endomitriosi
Είναι από τις πιο συχνές γυναικολογικές παθήσεις και παρουσιάζεται σε ποσοστό 7 έως 10 τοις εκατό σε γυναίκες που είναι σε παραγωγική ηλικία. Μπορεί να διαγνωστεί τυχαία σε μια γυναικολογική εξέταση ή να παραμείνει αδιάγνωστη αν δεν έχει συμπτώματα.

 

Τι είναι;

Η κοινή αυτή πάθηση παίρνει το όνομα της από το ενδομήτριο που είναι ο ιστός (βλεννογόνος) που επικαλύπτει εσωτερικά τη μήτρα και κατά την διάρκεια της περιόδου παράγει και αυτή μικρές ποσότητες αίματος όπως και η μήτρα. Ο επιπλέον ιστός που δημιουργείται αιμορραγεί, όμως δεν υπάρχει έξοδος διαφυγής για αυτόν τον ιστό και το αίμα, όπως γίνεται με την έμμηνο ρύση.

Γι αυτό τον λόγο οι εστίες της ενδομητρίωσης τείνουν να γίνονται μεγαλύτερες και τα συμπτώματα χειροτερεύουν με τον καιρό. Ο ιστός και το αίμα που παραμένουν στα διάφορα σημεία του σώματος δημιουργούν φλεγμονή και πόνο. Καθώς ο έκτοπος ιστός μεγαλώνει μπορεί να καλύψει τις ωοθήκες και τις σάλπιγγες δημιουργώντας υπογονιμότητα.

Η ενδομητρίωση μπορεί να αναπτυχθεί και σε διάφορα άλλα όργανα ή δομές του σώματος.

 

Σε ποια όργανα εμφανίζεται;

Στις περισσότερες περιπτώσεις η ενδομητρίωση εντοπίζεται στα ακόλουθα όργανα και ιστούς:

  • Ωοθήκες
  • Ιστούς που συγκρατούν τη μήτρα στη θέση της
  • Στην εξωτερική επιφάνεια της μήτρας
  • Εσωτερικά, στην επιφάνεια της λεκάνης.
  • Σάλπιγγες
  • Αιδοίο
  • Έντερο
  • Κόλπος
  • Τράχηλος της μήτρας

Σε σπάνιες περιπτώσεις, η ενδομητρίωση έχει εντοπιστεί σε άλλα μέρη του σώματος όπως οι πνεύμονες, ο εγκέφαλος και το δέρμα.

 

Συμπτώματα

Τα συμπτώματα της ενδομητρίωσης ποικίλλουν από γυναίκα σε γυναίκα. Κύριο σύμπτωμα της ενδομητρίωσης είναι τα κοιλιακή άλγη, ειδικότερα κατά τις πρώτες ημέρες της εμμήνου ρύσεως. Πόνοι στον κόλπο, επίσης, είναι δυνατό να παρουσιαστούν κατά την ερωτική συνεύρεση, οι οποίοι είναι αρκετά επώδυνοι.

Τα βασικότερα συμπτώματα περιγράφονται παρακάτω:

  • Έντονοι πόνοι περιόδου.
  • Χρόνιος πόνος στο κάτω μέρος της ράχης και στη λεκάνη.
  • Πόνος κατά την ούρηση όταν η γυναίκα βρίσκεται στην περίοδο της
  • Πόνος κατά τη διάρκεια του σεξ ή μετά από αυτό.
  • Πόνος στα έντερα.
  • Εντοπισμός κηλίδων αίματος ή μεγαλύτερης αιμορραγίας στο διάστημα μεταξύ των περιόδων.
  • Υπογονιμότητα.
  • Κούραση.
  • Διάρροια, δυσκοιλιότητα, φούσκωμα κοιλιάς ή αναγούλες, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της περιόδου.

 

Διάγνωση

Η μαγνητική τομογραφία διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο στην απεικονιστική διερεύνηση της νόσου και εντοπίζει τυχόν αιμορραγικές εστίες στις ωοθήκες ή το ορθοκολπικό διάφραγμα.

Το ενδοκολπικό υπερηχογράφημα ανιχνεύει κύστες που σχετίζονται με την ενδομητρίωση, ενώ το τεστ Παπ εντοπίζει εστίες πόνου που ενδέχεται να προκαλούνται εξαιτίας ενδομητρίωσης.

Βέβαια ο πλέον έγκυρος τρόπος για τη διάγνωση της ενδομητρίωσης είναι η η λαπαροσκόπηση. Μόνο με την λαπαροσκόπηση ελέγχουμε επακριβώς την ύπαρξη και την έκταση της ενδομητρίωσης. Η μέθοδος αυτή αποτελεί το μοναδικό χειρουργικό τρόπο αντιμετώπισης και εξάλειψης της νόσου.

 

Θεραπεία

Χειρουργική Θεραπεία – Λαπαροσκοπικά
Η λαπαροσκόπηση είναι η πιο αποτελεσματική μέθοδος για την αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης. Γίνεται μέσω 3-4 πολύ μικρών οπών στην κοιλιακή χώρα μεγέθους 0,5 εκατοστού.

 

Φαρμακευτική αγωγή

Η φαρμακευτική αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης στόχο έχει την ανακούφιση του ασθενή από τον πόνο όχι όμως καιτην εξάλειψη της νόσου. Ο γιατρός συνταγογραφεί αντισυλληπτικά χάπια ή ενέσιμα σκευασμάτα που προκαλούν τεχνητή εμμηνόπαυση και δίδονται συνήθως για έξι μήνες.

Τα αντισυλληπτικά χάπια εμποδίζουν την ωορρηξία διατηρώντας χαμηλά τα οιστρογόνων. Έτσι, η ενδομητρίωση ήπιας μορφής μπορεί να σταθεροποιηθεί σε χαμηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα.